Η ευρωπαϊκή συζήτηση γύρω από το cloud, την τεχνητή νοημοσύνη και την ψηφιακή κυριαρχία συχνά παρουσιάζεται ως μια άσκηση ισορροπίας ανάμεσα σε ανταγωνιστικότητα, έλεγχο και κόστος. Η κυρίαρχη υπόθεση είναι ότι η ενίσχυση της κυριαρχίας ή της διαφάνειας έρχεται αναπόφευκτα εις βάρος της καινοτομίας ή της οικονομικής αποδοτικότητας. Ωστόσο, η εμπειρία από τις δημόσιες προμήθειες στον τομέα της πληροφορικής δείχνει ότι αυτό το δίλημμα είναι σε μεγάλο βαθμό ψευδές. Όταν τα κράτη αξιοποιούν στρατηγικά την αγοραστική τους δύναμη για να δημιουργήσουν σταθερή ζήτηση για ανοικτές τεχνολογίες, μπορούν ταυτόχρονα να ενισχύσουν την εγχώρια ψηφιακή οικονομία, να βελτιώσουν τα αποτελέσματα των προμηθειών και να μειώσουν τη στρατηγική εξάρτηση από λίγους προμηθευτές.
Η πρόσφατη δανέζικη κυβερνητική έκθεση για τη χρήση ανοικτών τεχνολογιών στον δημόσιο τομέα έρχεται σε μια κρίσιμη συγκυρία για την ευρωπαϊκή ψηφιακή πολιτική. Καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση προετοιμάζει τον νόμο για την ανάπτυξη Cloud και ΤΝ, καθώς και την αναθεώρηση της Οδηγίας για τις Δημόσιες Προμήθειες, η δανέζικη εμπειρία προσφέρει ένα σπάνιο πλεονέκτημα: μια ρεαλιστική, πρακτική αποτίμηση του τι λειτουργεί, ποια εμπόδια παραμένουν και ποιες θεσμικές δομές επιτρέπουν στη δημόσια διοίκηση να ενεργεί στρατηγικά και όχι παθητικά.

Από τις άδειες λογισμικού στον οικονομικό αντίκτυπο
Ένα από τα πιο ισχυρά στοιχεία της δανέζικης ανάλυσης είναι ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζεται το ζήτημα του κόστους. Οι ανοικτές τεχνολογίες δεν παρουσιάζονται ως «δωρεάν λύσεις», αλλά ως μια διαφορετική κατανομή δαπανών: λιγότερα χρήματα σε άδειες χρήσης και περισσότερες επενδύσεις σε δεξιότητες, διακυβέρνηση, συντήρηση και μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα. Αυτή η προσέγγιση ευθυγραμμίζεται με τη λογική του συνολικού κόστους ιδιοκτησίας (total cost of ownership), αντί της στενής εστίασης στη βραχυπρόθεσμη τιμή.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αυτή η οπτική αναδεικνύει κάτι ακόμη πιο θεμελιώδες: οι δημόσιες προμήθειες λειτουργούν ως ισχυρό σήμα ζήτησης. Δεδομένου του τεράστιου μεγέθους των δημοσίων δαπανών για ΤΠΕ, οι επιλογές του δημόσιου τομέα δεν επηρεάζουν μόνο τα έργα που υλοποιούνται, αλλά διαμορφώνουν ολόκληρες αγορές.
Εμπειρικές μελέτες από τη Γαλλία δείχνουν ξεκάθαρα αυτό το φαινόμενο. Η εισαγωγή προτίμησης για λύσεις ανοικτού κώδικα στις δημόσιες προμήθειες δημιούργησε ένα σταθερό «σοκ ζήτησης» για ανοικτές τεχνολογίες. Το αποτέλεσμα δεν ήταν απλώς περισσότερη δραστηριότητα από μεγάλους προμηθευτές, αλλά αύξηση των νέων συνεισφερόντων, της καινοτομίας και της επιχειρηματικότητας. Παράλληλα, καταγράφηκε σημαντική αύξηση στις νεοφυείς επιχειρήσεις ΤΠΕ και στην απασχόληση στον ψηφιακό τομέα.
Το μήνυμα για την ευρωπαϊκή πολιτική είναι σαφές: τα πλαίσια προμηθειών που περιορίζονται στην «ουδετερότητα» και στην αποφυγή διακρίσεων δεν αρκούν. Χωρίς συστηματική ενσωμάτωση των ανοικτών τεχνολογιών, η δημόσια δαπάνη χάνει μια αποδεδειγμένα αποτελεσματική μόχλευση για ανταγωνιστικότητα, ανάπτυξη και ψηφιακή κυριαρχία.
Τα OSPOs ως μηχανισμοί ανάπτυξης και κυριαρχίας
Η δανέζικη εμπειρία αναδεικνύει ιδιαίτερα τον ρόλο δομών συντονισμού, όπως οι οργανισμοί OS2 και 4S, που λειτουργούν στην πράξη ως Εθνικά Γραφεία Ανοικτού Λογισμικού (Open Source Programme Offices – OSPOs). Συχνά τα OSPOs αντιμετωπίζονται ως τεχνικές ή νομικές μονάδες συμμόρφωσης. Στην πραγματικότητα, όμως, αποτελούν κρίσιμους οργανωτικούς μηχανισμούς που μετατρέπουν τις πολιτικές προθέσεις σε οικονομικά και στρατηγικά αποτελέσματα.
Από οικονομική σκοπιά, τα OSPOs μειώνουν το κόστος συναλλαγών για την ανάπτυξη ανοικτού λογισμικού. Μέσα από κοινά αποθετήρια, εναρμονισμένα μοντέλα διακυβέρνησης και συλλογική νομική υποστήριξη, διευκολύνουν τη συμμετοχή μικρομεσαίων επιχειρήσεων και τοπικών παρόχων υπηρεσιών σε έργα του δημόσιου τομέα. Έτσι, ενισχύονται περιφερειακά ψηφιακά οικοσυστήματα, βασισμένα σε κοινά ψηφιακά αγαθά αντί για κλειστές πλατφόρμες.
Παράλληλα, τα OSPOs συμβάλλουν ουσιαστικά στην ψηφιακή κυριαρχία. Όχι με όρους απομόνωσης, αλλά μέσω θεσμικής ικανότητας: της δυνατότητας κατανόησης, προσαρμογής και, αν χρειαστεί, αντικατάστασης κρίσιμων ψηφιακών στοιχείων. Με τη μείωση της εξάρτησης από έναν μόνο προμηθευτή, αντιμετωπίζονται χρόνιες παθογένειες των δημοσίων προμηθειών, όπως το lock-in, ο περιορισμένος ανταγωνισμός και οι αδιαφανείς συμβάσεις.
Cloud, τεχνητή νοημοσύνη και ο κίνδυνος επανάληψης λαθών
Οι τεχνολογίες cloud και ΤΝ εντείνουν τις υπάρχουσες αδυναμίες των δημοσίων προμηθειών. Μεγάλα, μονολιθικά συμβόλαια και τεχνολογικά κλειδωμένες λύσεις κινδυνεύουν να παγιώσουν εξαρτήσεις ακριβώς σε τομείς όπου η διαφάνεια, η ελεγκσιμότητα και η προσαρμοστικότητα είναι κρίσιμες.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο επερχόμενος ευρωπαϊκός νόμος για Cloud και ΤΝ θα πρέπει να αναγνωρίσει ρητά τον ρόλο του δημόσιου τομέα ως διαμορφωτή αγορών και οικοδόμο ικανοτήτων. Όπως δείχνει η εμπειρική έρευνα, η σταθερή ζήτηση για ανοικτές τεχνολογίες ενισχύει τις εγχώριες δεξιότητες, τη δημιουργία επιχειρήσεων και τη διάχυση ψηφιακής γνώσης.
Η συστηματική ανάπτυξη OSPOs σε ευρωπαϊκό επίπεδο αποτελεί έναν πρακτικό τρόπο μετατροπής των στόχων ψηφιακής κυριαρχίας σε εφαρμοσμένη πολιτική. Χωρίς αυτή τη στροφή, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος η Ευρώπη να επαναλάβει τα λάθη προηγούμενων τεχνολογικών κύκλων, καταλήγοντας σε μακροχρόνιες εξαρτήσεις και περιορισμένη στρατηγική αυτονομία.
Από την εθνική εμπειρία στην ευρωπαϊκή στρατηγική
Η δανέζικη έκθεση δεν υποστηρίζει ότι οι ανοικτές τεχνολογίες είναι πανάκεια, ούτε υποτιμά τις προκλήσεις σε δεξιότητες, ασφάλεια και διακυβέρνηση. Αυτές οι προκλήσεις, όμως, αφορούν κάθε λογισμικό, ανεξαρτήτως αδειοδότησης. Η διαφορά είναι ότι τα OSPOs προσφέρουν έναν συστηματικό τρόπο αντιμετώπισής τους, αναβαθμίζοντας συνολικά την ψηφιακή ωριμότητα της δημόσιας διοίκησης.
Το βασικό συμπέρασμα για τους Ευρωπαίους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής είναι σαφές: η ανταγωνιστικότητα και η ψηφιακή κυριαρχία δεν απαιτούν αναγκαστικά συμβιβασμούς. Αντίθετα, μια στρατηγική δημόσιων προμηθειών βασισμένη σε ανοικτές τεχνολογίες μπορεί να επιτύχει και τα δύο ταυτόχρονα, ενισχύοντας την οικονομική ανθεκτικότητα και το ψηφιακό μέλλον της Ευρώπης.
