
Από τα «κοινά» στη βιώσιμη ψηφιακή μετάβαση του δημοσίου
Η ψηφιακή μετάβαση του δημόσιου τομέα στην Ελλάδα παραμένει αποσπασματική, άνιση και εξαρτημένη από κλειστές τεχνολογικές επιλογές που αναπαράγουν υψηλά κόστη, εξάρτηση και θεσμική αδυναμία. Η υιοθέτηση ανοιχτών προτύπων και ανοιχτού λογισμικού δεν συνιστά απλώς μια τεχνική εναλλακτική, αλλά μια συνολική πολιτική στρατηγική που μπορεί να διασφαλίσει σταδιακή, συνεκτική και βιώσιμη μετάβαση σε όλα τα επίπεδα του Δημοσίου: δήμους, περιφέρειες, υπουργεία και εποπτευόμενους φορείς. Κεντρικό σημείο εκκίνησης αυτής της στρατηγικής μπορεί και πρέπει να αποτελέσει η έννοια των «κοινών», ως οριζόντιος άξονας δημόσιας πολιτικής που επαναπροσδιορίζει την τεχνολογία ως συλλογική υποδομή και όχι ως ιδιωτικό αγαθό.
Τα ψηφιακά κοινά ως θεμέλιο δημόσιας πολιτικής
Η προσέγγιση των κοινών επιτρέπει τη μετάβαση από τον σημερινό κατακερματισμό σε κοινά σχεδιασμένες και επαναχρησιμοποιήσιμες υποδομές. Αντί κάθε φορέας να λειτουργεί ως αυτόνομος καταναλωτής τεχνολογίας, το δημόσιο μπορεί να λειτουργήσει ως συντονιστής και εγγυητής κοινών ψηφιακών πόρων. Αυτό το μοντέλο μειώνει το συνολικό κόστος ιδιοκτησίας, ενισχύει τη διαλειτουργικότητα και δημιουργεί προϋποθέσεις θεσμικού ελέγχου και λογοδοσίας. Κυρίως, όμως, καθιστά εφικτή την κλιμάκωση πολιτικών σε εθνικό επίπεδο χωρίς να ακυρώνεται η αυτονομία της τοπικής αυτοδιοίκησης και της ακαδημαϊκής-ερευνητικής κοινότητας.
Δικτυακές υποδομές ως κοινά
Στο επίπεδο των δικτύων, η λογική των κοινών μεταφράζεται σε έναν ενιαίο κορμό οπτικών ινών, σχεδιασμένο ως δημόσια υποδομή. Σήμερα, παρατηρείται η παράδοξη κατάσταση πολλαπλών παράλληλων δικτύων στον ίδιο φυσικό χώρο, από διαφορετικούς παρόχους, με υψηλό οικονομικό και περιβαλλοντικό κόστος. Ένας κοινός κορμός, ανοιχτός σε παρόχους και δημόσιους φορείς με διαφανείς όρους πρόσβασης, μπορεί να λειτουργήσει ως πολλαπλασιαστής αξίας για δήμους και περιφέρειες, ιδίως σε απομακρυσμένες ή λιγότερο εμπορικά ελκυστικές περιοχές.
Η αξιοποίηση ανοιχτού υλισμικού σε δρομολογητές, μεταγωγείς και λοιπό δικτυακό εξοπλισμό ενισχύει περαιτέρω αυτή τη στρατηγική, επιτρέποντας έλεγχο της αλυσίδας εφοδιασμού, μείωση κόστους και ανάπτυξη τοπικής τεχνογνωσίας. Οι σχετικές διεθνείς πρακτικές δείχνουν ότι τέτοιες επιλογές δεν υστερούν σε αξιοπιστία, αλλά αντίθετα διευκολύνουν την προσαρμογή στις πραγματικές ανάγκες του Δημοσίου.
Υπολογιστικά κέντρα και περιφερειακή κυριαρχία
Στο επίπεδο των υπολογιστικών κέντρων, αναδεικνύεται η ανάγκη ενίσχυσης της τοπικής αυτοδιοίκησης και των ελληνικών επιχειρήσεων για τη δημιουργία περιφερειακών υποδομών υπολογιστικού νέφους. Η μονομερής εξάρτηση από υπερκεντρικοποιημένα κέντρα δεδομένων, συχνά εκτός εθνικού ελέγχου, δημιουργεί όχι μόνο γεωπολιτικούς αλλά και οργανωτικούς κινδύνους. Περιφερειακά υπολογιστικά κέντρα, βασισμένα σε ανοιχτές αρχιτεκτονικές όπως το Open Compute Project, μπορούν να καλύψουν τις ανάγκες της δημόσιας διοίκησης, της εκπαίδευσης, της έρευνας και των επιχειρήσεων, με έμφαση στην ενεργειακή αποδοτικότητα και στον περιορισμό του περιβαλλοντικού αποτυπώματος.
Η εμπειρία από άλλες ευρωπαϊκές χώρες δείχνει ότι η «κυριαρχία» στο υπολογιστικό νέφος δεν εξαντλείται στην εθνικότητα του παρόχου, αλλά στην ικανότητα του δημόσιου τομέα να γνωρίζει, να μετρά και να κατευθύνει τις δαπάνες του. Η αδυναμία ενοποιημένης εικόνας για το συνολικό κόστος του υπολογιστικού νέφους(cloud) και του ιδιωτικού υπολογιστικού νέφους(on-premises cloud) οδηγεί σε μερικές επιτυχίες χωρίς δομικό μετασχηματισμό, όπως καταδεικνύεται και από την πρόσφατη γαλλική εμπειρία.
Ανοιχτό λογισμικό ως εμβληματική πολιτική επιλογή
Στο επίπεδο του λογισμικού, η μετάβαση στο ανοιχτό λογισμικό μπορεί να αποτελέσει μια καθαρή και εμβληματική πολιτική επιλογή. Μια πρώτη άμεση παρέμβαση είναι η συγκρότηση μόνιμης ομάδας υψηλής εξειδίκευσης, με θεσμική εντολή τον σταδιακό μετασχηματισμό των κεντρικών πληροφοριακών συστημάτων του Δημοσίου σε λύσεις ανοιχτού λογισμικού. Η αξία αυτής της επιλογής είναι πολλαπλή: μείωση του κόστους αδειών χρήσης που σήμερα ανέρχεται σε εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ ετησίως, αύξηση της διαφάνειας και ανακατεύθυνση πόρων προς την ελληνική αγορά πληροφορικής για υπηρεσίες υποστήριξης, προσαρμογής και εξέλιξης.
Η δεύτερη παρέμβαση αφορά την καθολική υιοθέτηση ανοιχτού λογισμικού σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης. Πρόκειται για στρατηγική επένδυση στη ψηφιακή αυτονομία της χώρας και στη διαμόρφωση ανθρώπινου δυναμικού που δεν περιορίζεται στον ρόλο του παθητικού χρήστη εμπορικών πλατφορμών, αλλά αποκτά δεξιότητες δημιουργίας, κατανόησης και ελέγχου της τεχνολογίας.
Τεχνητή Νοημοσύνη, Green AI και δημόσιος έλεγχος
Στον τομέα της Τεχνητής Νοημοσύνης, απαιτείται συνειδητή στρατηγική απεξάρτησης από τα υφιστάμενα γεωπολιτικά και επιχειρηματικά ολιγοπώλια. Η προτεραιότητα θα πρέπει να δοθεί στην ανάπτυξη και αξιοποίηση τοπικών, ανοιχτών και χαμηλού κόστους μοντέλων, ιδίως μικρών και μεσαίων γλωσσικών μοντέλων ανοικτού κώδικα. Αυτά τα μοντέλα μπορούν να ελεγχθούν θεσμικά, να προσαρμοστούν στις ανάγκες της δημόσιας διοίκησης και να ενταχθούν με ασφάλεια σε δημόσιες πολιτικές, ευθυγραμμισμένα με τις αρχές του AI Act και της λεγόμενης Green AI, δηλαδή της ενεργειακά και περιβαλλοντικά υπεύθυνης τεχνητής νοημοσύνης.
Η ΤΝ καθιστά σαφές ότι η ψηφιακή κυριαρχία δεν είναι μόνο ζήτημα λογισμικού, αλλά υποδομών, ενέργειας και χωροθέτησης. Συνεπώς, απαιτείται σχεδιασμός αντίστοιχος με εκείνον της ενεργειακής πολιτικής, με μακροπρόθεσμο ορίζοντα και σαφείς προτεραιότητες.
Από το αφήγημα στην εκτέλεση
Εφόσον αυτή η προσέγγιση αρθρωθεί με τεκμηρίωση σε πολιτικό επίπεδο και υποστηριχθεί από στοχευμένες μελέτες, μπορεί να συγκροτήσει ένα πειστικό αφήγημα με ισχυρή απήχηση στους ειδικούς και στους νέους. Θα καταδείξει ότι μια εναλλακτική ψηφιακή στρατηγική δεν περιορίζεται στη βελτίωση των υπηρεσιών, αλλά συμβάλλει στη δημιουργία ποιοτικών και καλά αμειβόμενων θέσεων εργασίας και στην ενίσχυση της περιφερειακής ανάπτυξης.
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η πρόταση για εργαστήρια ανοιχτού βιομηχανικού και βιοτεχνικού σχεδιασμού σε κάθε δήμο, ως σταθερά σημεία διασύνδεσης εκπαίδευσης, τοπικής παραγωγής και ψηφιακών υποδομών. Η ψηφιακή κυριαρχία, τελικά, δεν είναι σύνθημα αλλά πειθαρχία εκτέλεσης. Και αυτή ξεκινά από την ικανότητα του κράτους να μετρά, να συγκρίνει και να αποφασίζει με βάση τα κοινά συμφέροντα.
Πηγές άρθρου:
- Sovereign Cloud: Dinum draws a mixed picture between real progress and unfinished governance. Αναλυτική αποτίμηση της γαλλικής πολιτικής cloud first και των ορίων της ψηφιακής κυριαρχίας στην πράξη, https://www.linkedin.com/pulse/sovereign-cloud-dinum-draws-mixed-picture-between-real-mathieu-gitton-lihfe/,
- Το όραμα της ανοιχτής υποδομής, Open Compute Project. Παρουσίαση ανοιχτών αρχιτεκτονικών για ενεργειακά αποδοτικά υπολογιστικά κέντρα, https://openhardware.ellak.gr/2025/11/20/to-orama-tis-aniktis-ipodomis-open-compute-project-ocp/,
- Ανοιχτό υλικό σε δρομολογητές και switches. Τεκμηρίωση της μετάβασης από κλειστές σε ανοιχτές δικτυακές υποδομές, https://openhardware.ellak.gr/2025/10/21/open-hardware-dromologites-ke-switches-apo-tin-idea-stin-praxi/,
- Ανοιχτή Τεχνητή Νοημοσύνη και χαμηλού κόστους LLMs. Ανάλυση για τοπικά, ανοιχτά και βιώσιμα μοντέλα ΤΝ στο πλαίσιο της Green AI, https://openhardware.ellak.gr/2025/11/18/2553/.

