ΕΛ/ΛΑΚ | creativecommons.gr | mycontent.ellak.gr |
freedom

Η ευρωπαϊκή ατζέντα ψηφιακής κυριαρχίας δεν μπορεί να αγνοεί τις Ψηφιακές Δημόσιες Υποδομές

Το αν η Ευρώπη αντιμετωπίζει πρόβλημα εξάρτησης στις ψηφιακές της υποδομές δεν αποτελεί πλέον ερώτημα. Τόσο το Πακέτο για την Τεχνολογική Κυριαρχία (Tech Sovereignty Package) που δημοσίευσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή τον Ιούνιο, όσο και η έκθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου του 2025 για την τεχνολογική κυριαρχία και τις ψηφιακές υποδομές της Ευρώπης, εντοπίζουν τα ίδια τρωτά σημεία: υπηρεσίες νέφους και αποθήκευσης, πλατφόρμες επικοινωνίας, ταυτοποίηση και πληρωμές. Η γαλλογερμανική Σύνοδος για την Ευρωπαϊκή Ψηφιακή Κυριαρχία, που πραγματοποιήθηκε στο Βερολίνο τον Νοέμβριο του 2025, κατέληξε σε διακυβερνητικές δεσμεύσεις για την προτίμηση ευρωπαϊκών λύσεων.

Το ζητούμενο, λοιπόν, δεν είναι το εύρος του προβλήματος ούτε το αν η Ευρώπη οφείλει να το αντιμετωπίσει. Νέα εργαλεία, όπως η Ευρωπαϊκή Κοινοπραξία Ψηφιακών Υποδομών για τα Ψηφιακά Κοινά (DC-EDIC) και το Open Internet Stack, έχουν ήδη τεθεί σε εφαρμογή, συνοδευόμενα από —μάλλον ρητορικές— δεσμεύσεις για τη χρηματοδότηση ή την ανάπτυξη κυρίαρχων ψηφιακών υποδομών. Οι προσπάθειες αυτές είναι αξιέπαινες, ενώ και ορισμένα κράτη μέλη κινούνται με δικές τους πρωτοβουλίες. Ένας τομέας, ωστόσο, απουσιάζει αισθητά: οι Ψηφιακές Δημόσιες Υποδομές (Digital Public Infrastructure – ΨΔΥ). Δραστηριότητα στον τομέα υπάρχει, τόσο σε επίπεδο ΕΕ όσο και στα κράτη μέλη, όμως η πολιτική της αναγνώριση καθυστερεί, και η Ένωση δεν έχει ενσωματώσει αυτές τις δυνατότητες σε μια συνεκτική στρατηγική για την ψηφιακή της κυριαρχία.

Υποστηρίζω ότι η ευρωπαϊκή συζήτηση για την ψηφιακή εξάρτηση και για το πώς η ψηφιακή κυριαρχία θα γίνει πράξη πάσχει — όχι ως προς το πού εστιάζει, αλλά ως προς όσα παραλείπει. Πέρα από όσα μπορεί να ρυθμίσει και να περιορίσει, η Ευρώπη οφείλει να εστιάσει και σε όσα μπορεί να κατασκευάσει και να προσφέρει. Υπό αυτό το πρίσμα, η ενεργός εμπλοκή της στις ΨΔΥ θα αποδειχθεί καθοριστική για την ευόδωση της ατζέντας ψηφιακής κυριαρχίας της ΕΕ τα επόμενα χρόνια.

Η δοκιμασία στην οποία αποτυγχάνει σήμερα η ευρωπαϊκή ψηφιακή κυριαρχία

Οι πρωτοβουλίες που συνενώνουν πολλά κράτη μέλη και η προοπτική αυξημένης χρηματοδότησης από την Επιτροπή είναι ενθαρρυντικές. Το πεδίο εφαρμογής των νέων εργαλείων, ωστόσο, παραμένει θολό και ρευστό, ενώ η υλοποίησή τους αναμένεται αργή —ίσως και ιδιαίτερα γραφειοκρατική. Εκείνο που δεν έχει ακόμη ξεκαθαρίσει είναι τι ακριβώς σκοπεύει να κατασκευάσει η Ευρώπη και τι είναι σε θέση να λειτουργήσει η ίδια, είτε σε επίπεδο Ένωσης είτε από κοινού με τα κράτη μέλη.

Η συζήτηση περιστρέφεται κυρίως γύρω από το από τι πρέπει να πάψουμε να εξαρτόμαστε: ποιοι προμηθευτές θα αποκλειστούν, ποια δεδομένα θα φιλοξενούνται εντός ΕΕ, ποιοι όροι θα τίθενται στις δημόσιες συμβάσεις. Πρόκειται για περιορισμό της δομικής έκθεσης — τη μορφή κυριαρχίας που τα ενωσιακά εργαλεία παράγουν ευκολότερα και η οποία βρίσκεται στην καρδιά του οράματος του Πακέτου για την Τεχνολογική Κυριαρχία. Κάτι τέτοιο όμως δεν ισοδυναμεί με την ικανότητα να σχεδιάζεις, να λειτουργείς, να συντηρείς και να αντικαθιστάς θεμελιώδη συστήματα.

Το αν ο περιορισμός της δομικής έκθεσης αρκεί κρίνεται από ένα πρακτικό ερώτημα: μπορεί η ΕΕ να αλλάξει ή να αντικαταστήσει ένα δομικό στοιχείο χωρίς να αναγκαστεί να ξαναχτίσει όσα στηρίζονται σε αυτό; Ένας ευρωπαίος πάροχος από τον οποίο είναι εξίσου δύσκολο και δαπανηρό να απεμπλακείς με εκείνον που αντικατέστησε απλώς μεταφέρει την εξάρτηση αλλού· δεν την εξαλείφει. Η οικοδόμηση ικανότητας σημαίνει, για παράδειγμα, να διατηρείς τη δυνατότητα να μεταφέρεις τα δεδομένα σου ή να αποχωρήσεις από μια σύμβαση. Η ΕΕ μπορεί να ξεκινήσει σχεδόν αμέσως, με αφετηρία την ταυτοποίηση, τις πληρωμές και την ανταλλαγή δεδομένων.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το Ευρωπαϊκό Πορτοφόλι Ψηφιακής Ταυτότητας (EUDI Wallet). Η ΕΕ έχει θεσπίσει κοινούς κανόνες, τεχνικές προδιαγραφές και μια υλοποίηση αναφοράς ανοιχτού κώδικα, ενώ η διάθεση των πορτοφολιών είναι ευθύνη των κρατών μελών. Στα πιλοτικά προγράμματα μεγάλης κλίμακας συμμετέχουν πάνω από 550 επιχειρήσεις και δημόσιες αρχές από 26 κράτη μέλη, καθώς και από τη Νορβηγία, την Ισλανδία και την Ουκρανία. Ωστόσο, το πορτοφόλι λειτουργεί εν τέλει μέσα σε ένα ευρύτερο τεχνολογικό οικοσύστημα —συσκευές, λειτουργικά συστήματα και άλλα στοιχεία— το οποίο οι ευρωπαϊκοί θεσμοί δεν ελέγχουν πλήρως. Το ίδιο μοτίβο θα επαναλαμβάνεται όπου η ευρωπαϊκή υποδομή βασίζεται σε στοιχεία που η ΕΕ ούτε συντηρεί ούτε διακυβερνά.

Δεν αρκεί η ΕΕ να θέτει τους κανόνες για τις ψηφιακές της υποδομές· η Ένωση και τα κράτη μέλη πρέπει να είναι σε θέση και να τις κατασκευάζουν και να τις συντηρούν. Αυτή τη δυνατότητα, στον βαθμό που στηρίζεται στις ικανότητες του κράτους, την αποκαλούμε ικανότητα υλοποίησης. Περιλαμβάνει τις τεχνολογίες, τους θεσμούς και τις πρακτικές που απαιτούνται ώστε οι ψηφιακές υποδομές να σχεδιάζονται, να λειτουργούν και να συντηρούνται με υψηλότερο βαθμό δημόσιου ελέγχου. Οι ΨΔΥ αποτελούν σήμερα, σε παγκόσμιο επίπεδο, το πιο ώριμο σύνολο πρακτικών για την κατάκτησή της.

Γιατί η Ευρώπη χρειάζεται Ψηφιακές Δημόσιες Υποδομές

Οι ΨΔΥ αποτελούν διεθνώς αναγνωρισμένη προσέγγιση για την ανάπτυξη δημόσιων ψηφιακών υπηρεσιών με εφαρμογή σε ολόκληρη την κοινωνία: κρίσιμες ψηφιακές δυνατότητες που συγκροτούν τα θεμέλια των ψηφιακών υποδομών και καθιστούν εφικτή την παροχή δημόσιων υπηρεσιών. Όπως τις περιγράφουν οι πιο ένθερμοι υποστηρικτές τους, πρόκειται για θεμελιώδη ψηφιακά συστήματα ευρείας κοινωνικής εμβέλειας —κατά κύριο λόγο την ψηφιακή ταυτότητα, τα συστήματα άμεσων πληρωμών και την αξιόπιστη ανταλλαγή δεδομένων— που βασίζονται σε ανοιχτά πρότυπα και είναι κοινά για δημόσιους και ιδιωτικούς χρήστες.

Η G20 διαμόρφωσε την πρώτη πολυμερή διακυβερνητική συναίνεση για τις ΨΔΥ επί ινδικής προεδρίας, το 2023. Το Παγκόσμιο Ψηφιακό Σύμφωνο (Global Digital Compact) του ΟΗΕ τις αναγνωρίζει ως κινητήρια δύναμη ενός ψηφιακού μετασχηματισμού χωρίς αποκλεισμούς, ενώ η Παγκόσμια Τράπεζα έχει αναπτύξει ειδικά προγράμματα γύρω από αυτές. Η έννοια των ΨΔΥ εμφανίζεται πλέον στις ψηφιακές στρατηγικές δεκάδων χωρών της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής, και περιφερειακοί οργανισμοί την έχουν υιοθετήσει ως βασικό άξονα συνεργασίας.

Αν και επικεντρώνεται σε τρεις βασικές δυνατότητες, η φιλοσοφία των ΨΔΥ θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για μια «οικοσυστημική προσέγγιση της ψηφιακής πολιτικής και της ψηφιακής κυριαρχίας», η οποία συνδέει τη λογική των ψηφιακών υποδομών με εκείνη της παροχής δημόσιων υπηρεσιών και υπηρετεί έτσι τους στόχους της ευρωπαϊκής ψηφιακής πολιτικής. Οι ΨΔΥ δεν είναι ο μοναδικός δρόμος για την ανάπτυξη ικανοτήτων· όταν όμως εφαρμόζονται σωστά, μπορούν —και πρέπει— να αποτελέσουν βασικό συστατικό της συνταγής για μια ευρωπαϊκή ψηφιακή κυριαρχία που δεν θα μείνει στα χαρτιά. Ήρθε η ώρα οι ευρωπαίοι ιθύνοντες να εξετάσουν σοβαρά τι θα μπορούσαν να προσφέρουν στην Ένωση.

Σε επίπεδο πολιτικής αναγνώρισης, η παρουσία της ΕΕ στο πεδίο των ΨΔΥ είναι μάλλον ισχνή· και όπου εμφανίζεται, το κάνει ως χρηματοδότης και περιστασιακός οργανωτής, όχι ως κατασκευαστής. Εν μέρει, ο λόγος είναι εννοιολογικός: η Ένωση αντιμετωπίζει τις ΨΔΥ κυρίως ως αναπτυξιακό εργαλείο, που αφορά τις χώρες-εταίρους και όχι την ίδια. Η Γενική Διεύθυνση Διεθνών Εταιρικών Σχέσεων (DG INTPA) επιτελεί σημαντικό διμερές έργο, το οποίο όμως σπάνια αναδεικνύεται σε πολυμερή φόρουμ. Η Γενική Διεύθυνση Δικτύων Επικοινωνιών, Περιεχομένου και Τεχνολογίας (DG CNECT) και η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης (ΕΥΕΔ), που κατέχουν την αρμοδιότητα χάραξης πολιτικής και διπλωματίας αντίστοιχα, δεν έχουν διατυπώσει καμία θέση για τις ΨΔΥ. Ακόμη και μαζί με τη DG INTPA, η φωνή της ΕΕ ακούγεται ελάχιστα στις διεθνείς συναντήσεις για το θέμα, όπως στον ΟΗΕ και στη Global DPI Summit.

Η πραγματικότητα επί του πεδίου, πάντως, διαφέρει από όσα υποδηλώνουν η ορολογία και η πλαισίωση. Πολλά κράτη μέλη διαθέτουν λειτουργικές υλοποιήσεις ΨΔΥ και έχουν αρχίσει, με μεγαλύτερη προβολή, να τις συνδέουν με την παγκόσμια κοινότητα πρακτικής γύρω από τις ΨΔΥ και τα Ψηφιακά Δημόσια Αγαθά (Digital Public Goods – DPGs).

  • Το FranceConnect προσφέρει ενιαίο μηχανισμό ταυτοποίησης για τις γαλλικές δημόσιες υπηρεσίες σε δεκάδες εκατομμύρια χρήστες. Η γαλλική κυβέρνηση είναι μέλος της Digital Public Goods Alliance (DPGA) και συμμετέχει στην εκστρατεία 50-in-5, ενώ θα φιλοξενήσει την ετήσια σύνοδο των μελών της Συμμαχίας στο Παρίσι τον Νοέμβριο.
  • Η Ιταλία διαθέτει το SPID, το Δημόσιο Σύστημα Ψηφιακής Ταυτότητας, και την πλατφόρμα πληρωμών pagoPA, που εξυπηρετούν έναν από τους μεγαλύτερους πληθυσμούς της ΕΕ.
  • Το εσθονικό σύστημα ανταλλαγής δεδομένων X-Road έχει υιοθετηθεί σε 40 χώρες ανά τον κόσμο.
  • Με το MitID, η Δανία καθιέρωσε την αρχή «ψηφιακά εξ ορισμού» στις συναλλαγές πολιτών και κράτους. Η ψηφιακή αυτοεξυπηρέτηση είναι υποχρεωτική σε σειρά κρατικών υπηρεσιών, με προβλεπόμενες εξαιρέσεις και εναλλακτικές λύσεις.

Υπάρχει επίσης ένας στοιχειώδης συνδετικός ιστός. Ο κανονισμός eIDAS 2.0, για παράδειγμα, παρέχει ένα πλαίσιο διακυβέρνησης για την αμοιβαία αναγνώριση των εθνικών συστημάτων ταυτοποίησης, με πιλοτικά προγράμματα μεγάλης κλίμακας στα οποία συμμετέχουν περισσότερες από 550 επιχειρήσεις και δημόσιες αρχές.

Το εμπόδιο στην Ευρώπη, επομένως, δεν είναι η έλλειψη ΨΔΥ. Είναι ότι κανείς δεν αντιμετωπίζει αυτά τα συστήματα ως ενιαία κατηγορία υποδομών που αξίζει επενδύσεις και συντήρηση, πολύ περισσότερο ως κρίσιμο πυλώνα της ευρωπαϊκής ατζέντας για την ψηφιακή κυριαρχία. Ακριβώς γι’ αυτό, τα σημαντικά αυτά συστήματα δεν χρηματοδοτούνται για τη συντήρησή τους, δεν διαθέτουν κοινή διακυβέρνηση και δεν είναι όσο διασυνδεδεμένα θα μπορούσαν. Το καθένα αναπτύχθηκε από ένα μεμονωμένο κράτος, με ενιαία αρμοδιότητα για πρότυπα, προμήθειες και υλοποίηση. Η αναπαραγωγή αυτής της συνοχής σε είκοσι επτά κράτη μέλη αποτελεί πρόβλημα συντονισμού για το οποίο, σήμερα, κανείς δεν έχει αναλάβει την ευθύνη.

Πώς θα μπορούσε να κινηθεί η Ευρώπη

Ό,τι κι αν πιστεύει κανείς για το μοντέλο των ΨΔΥ, οι δυνατότητες αυτές είναι ζωτικής σημασίας για τη λειτουργία του σύγχρονου κράτους στην ψηφιακή εποχή. Χωρίς ενεργό συμμετοχή σε μια παγκόσμια κοινότητα πρακτικής για τις ΨΔΥ, η Ευρώπη χάνει ευκαιρίες ανταλλαγής εμπειριών και μάθησης, οι οποίες μπορεί να αποδειχθούν κρίσιμες καθώς διαμορφώνει το δικό της όραμα για την ψηφιακή κυριαρχία, τόσο εντός των κρατών μελών όσο και μεταξύ τους.

Το Pix της κυβέρνησης της Βραζιλίας και το Aadhaar της κυβέρνησης της Ινδίας αναπτύχθηκαν σταδιακά, δοκιμάστηκαν δημόσια και οργανώθηκαν γύρω από προβλήματα που είχαν σαφές πολιτικό νόημα για τους πολίτες. Το Diia της κυβέρνησης της Ουκρανίας προσφέρει πάνω από 100 κρατικές υπηρεσίες και έχει ξεπεράσει σε ποσοστά χρήσης πολλά κράτη μέλη. Οι ευρωπαϊκές ομάδες υλοποίησης απουσιάζουν κατά κανόνα από τα τραπέζια όπου ανταλλάσσονται αυτά τα διδάγματα, επειδή η Ευρώπη στέλνει χρηματοδότες και στελέχη χάραξης πολιτικής αντί για ανθρώπους που υλοποιούν. Έτσι, η Ευρώπη προσφέρει στους εταίρους της χρήματα και έτοιμα πλαίσια, ενώ η συζήτηση για τις ΨΔΥ ζητά από κοινού ανάπτυξη.

Μια πιο αμοιβαία «Σύμπραξη των Βρυξελλών» θα ξεκινούσε με την ανάδειξη των υλοποιήσεων της ίδιας της ΕΕ και με την παρουσίασή τους στα πολυμερή φόρουμ ως συνεισφορών και όχι ως προϊόντων προς εξαγωγή.

Και στο εσωτερικό της Ευρώπης; Η κινητοποίηση για τις ΨΔΥ δεν προϋποθέτει ευρωπαϊκή στρατηγική για τις ΨΔΥ, κοινό ενωσιακό ορισμό ή νέο νομοθετικό κύκλο. Τα εργαλεία υπάρχουν ήδη:

  • Ο Κανονισμός για μια Διαλειτουργική Ευρώπη (Interoperable Europe Act) προβλέπει μηχανισμούς διακυβέρνησης που θα μπορούσαν να διασυνδέσουν τα εθνικά συστήματα χωρίς να τα αντικαταστήσουν.
  • Η αναθεώρηση των οδηγιών για τις δημόσιες συμβάσεις, και το πλαίσιο των δημόσιων συμβάσεων γενικότερα, έχουν ήδη αρχίσει να επιτρέπουν τη χρήση ανοιχτών προτύπων ως κριτηρίων αξιολόγησης. Οι κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής θα μπορούσαν να αντιμετωπίζουν ρητά τις προμήθειες ψηφιακών υποδομών ως εργαλείο βιομηχανικής πολιτικής.
  • Το Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανταγωνιστικότητας, μόλις τεθεί σε λειτουργία, θα αποτελέσει όχημα επενδύσεων σε θεμελιώδη συστήματα.
  • Η Κοινοπραξία για τα Ψηφιακά Κοινά (Digital Commons EDIC), που φέρνει κοντά τη Γαλλία, τη Γερμανία και άλλα κράτη μέλη για την ανάπτυξη και συντήρηση κοινών υποδομών, είναι ο πιο απτός μηχανισμός που είναι διαθέσιμος βραχυπρόθεσμα.

Το Πακέτο για την Τεχνολογική Κυριαρχία προτείνει επίσης τη σύσταση ενός Ευρωπαϊκού Οργανισμού Διαχείρισης Ψηφιακών Δημόσιων Υποδομών (European Digital Public Infrastructure Steward Organization) στο πλαίσιο της Στρατηγικής της ΕΕ για το Ανοιχτό Λογισμικό. Ένας τέτοιος οργανισμός έχει νόημα μόνο εφόσον αναλάβει το έργο που σήμερα δεν κάνει κανείς: να τηρεί μητρώο των ΨΔΥ που λειτουργούν τα κράτη μέλη· να χρηματοδοτεί και να διασυνδέει τα υπάρχοντα συστήματα, αντί να χρηματοδοτεί μόνο νέες αναπτύξεις· και να λειτουργεί ως ενιαίο σημείο επαφής μεταξύ DG CNECT, DG INTPA, ΕΥΕΔ και εθνικών φορέων. Χωρίς δικό του προϋπολογισμό και εντολή υλοποίησης, θα προσθέσει απλώς ένα ακόμη επίπεδο συντονισμού σε ένα τοπίο που ήδη έχει αρκετά.

Υπάρχουν και απλά βήματα που μπορούν να γίνουν άμεσα. Τα κράτη μέλη που δεν το έχουν κάνει ήδη μπορούν να καταχωρίσουν τις υλοποιήσεις τους στον DPI Map και τα ψηφιακά δημόσια αγαθά τους στο μητρώο της Digital Public Goods Alliance. Κάτι τέτοιο δεν απαιτεί νέα χρηματοδότηση και καλύπτει ευθέως το έλλειμμα ορατότητας. Μεσοπρόθεσμα, ο κύκλος του Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου, η επισκόπηση υψηλού επιπέδου του Παγκόσμιου Ψηφιακού Συμφώνου το 2027 και η υλοποίηση του μέσου «Ευρώπη σε Παγκόσμιο Επίπεδο» (Global Europe) προσφέρουν ευκαιρίες για να συνδεθεί το έργο που γίνεται στην Ευρώπη με τη διεθνή συνεργασία για τις ΨΔΥ.

Το δίλημμα για την Ευρώπη δεν είναι «ρύθμιση ή κατασκευή». Είναι αν θα συνεχίσει να θεσπίζει κανόνες για υποδομές που λειτουργούν άλλοι ή αν θα αποκτήσει την ικανότητα να λειτουργεί υποδομές των οποίων τους κανόνες ορίζει —και μπορεί να αλλάξει— η ίδια. Οι ΨΔΥ δεν λύνουν από μόνες τους το πρόβλημα, αποτελούν όμως ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση. Και βοηθούν να αναπτυχθεί ο θεσμικός «μυς» που η Ένωση τόσο προφανώς χρειάζεται, ώστε η ψηφιακή κυριαρχία να γίνει πράξη σε ευρεία κλίμακα.

Πηγή άρθρου: https://www.techpolicy.press/

Leave a Comment