Από την εξάρτηση στον δημόσιο έλεγχο
Η ψηφιακή κυριαρχία δεν είναι μια αφηρημένη έννοια εξωτερικής πολιτικής. Είναι η καθημερινή ικανότητα ενός κράτους να γνωρίζει, να ελέγχει και να αλλάζει τις ψηφιακές υποδομές πάνω στις οποίες λειτουργούν οι δημόσιες υπηρεσίες, η οικονομία και τα δικαιώματα των πολιτών. Όταν ένα κρίσιμο πληροφοριακό σύστημα εξαρτάται αποκλειστικά από έναν προμηθευτή, από κλειστές τεχνολογίες ή από υποδομές που λειτουργούν υπό ξένο κανονιστικό και επιχειρηματικό έλεγχο, τότε η εξάρτηση δεν είναι μόνο τεχνική. Είναι πολιτική, οικονομική και θεσμική.
Η ψηφιακή κυριαρχία δεν σημαίνει απομόνωση, ούτε άρνηση συνεργασίας με την αγορά. Σημαίνει ότι το Δημόσιο διατηρεί την πραγματική δυνατότητα επιλογής. Μπορεί να συνεργάζεται με ιδιωτικές εταιρείες, πανεπιστήμια, κοινότητες ανοιχτού λογισμικού και διεθνείς οργανισμούς, αλλά δεν παραδίδει τον έλεγχο των προδιαγραφών, των δεδομένων, των διεπαφών και της αρχιτεκτονικής του ψηφιακού κράτους. Η κυβέρνηση μπορεί να αναθέτει την υλοποίηση, αλλά πρέπει να κρατά τον σχεδιασμό, τους κανόνες και τη δυνατότητα αλλαγής πορείας.
Το κράτος πρέπει να κατέχει τις προδιαγραφές
Το πιο κρίσιμο εργαλείο ψηφιακής κυριαρχίας είναι οι δημόσιες τεχνικές προδιαγραφές. Χωρίς αυτές, κάθε προμήθεια μετατρέπεται σε διαπραγμάτευση με τον ισχυρότερο προμηθευτή. Η διοίκηση αγοράζει ένα σύστημα, αλλά συχνά δεν μπορεί να το συνδέσει εύκολα με άλλα, να εξάγει τα δεδομένα της σε ανοιχτό μορφότυπο, να ελέγξει τον κώδικα, να μεταφέρει τη λειτουργία σε άλλον πάροχο ή να συνεχίσει την υπηρεσία χωρίς μεγάλο κόστος μετάβασης.
Η αναλογία με τις φυσικές υποδομές είναι χρήσιμη. Το κράτος δεν χρειάζεται να κατασκευάζει όλα τα τρένα, όλα τα λεωφορεία ή όλα τα μηχανήματα. Πρέπει όμως να ορίζει τις ράγες, τους κανόνες ασφάλειας, τα πρότυπα σύνδεσης και τις υποχρεώσεις λειτουργίας. Αντίστοιχα, στην ψηφιακή δημόσια υποδομή, το κράτος δεν χρειάζεται να γράφει μόνο του κάθε εφαρμογή. Πρέπει όμως να ορίζει τα πρότυπα ταυτοποίησης, τα μητρώα, τις διεπαφές ανταλλαγής δεδομένων, τις προδιαγραφές ασφάλειας, τα δικαιώματα πρόσβασης, τη φορητότητα και την τεκμηρίωση.
Όταν οι προδιαγραφές είναι δημόσιες, σαφείς και ανοιχτές, η αγορά ανοίγει. Μπορούν να συμμετέχουν περισσότεροι πάροχοι, μικρότερες επιχειρήσεις, ερευνητικές ομάδες, συνεταιριστικά σχήματα και κοινότητες ανοιχτού λογισμικού. Ο ανταγωνισμός δεν γίνεται γύρω από το ποιος ελέγχει μια κλειστή πλατφόρμα, αλλά γύρω από το ποιος μπορεί να υλοποιήσει καλύτερα μια δημόσια απαίτηση.
Ανοιχτό λογισμικό ως υποδομή εμπιστοσύνης
Το ανοιχτό λογισμικό δεν είναι απλώς ένας τρόπος μείωσης κόστους. Είναι θεσμικό εργαλείο διαφάνειας, επαναχρησιμοποίησης και ελέγχου. Όταν ο κώδικας κρίσιμων συστημάτων είναι διαθέσιμος για έλεγχο, η δημόσια διοίκηση, οι ανεξάρτητοι εμπειρογνώμονες και οι κοινότητες ασφάλειας μπορούν να εντοπίζουν αδυναμίες, να προτείνουν βελτιώσεις και να αποτρέπουν την αδιαφανή εξάρτηση από έναν μόνο προμηθευτή. Το ανοιχτό λογισμικό δεν καταργεί την ανάγκη για επαγγελματική υποστήριξη. Αντίθετα, δημιουργεί μια πιο υγιή αγορά υπηρεσιών γύρω από κοινές υποδομές, όπου η αξία παράγεται από την ποιότητα, την ασφάλεια, τη συντήρηση και την προσαρμογή στις δημόσιες ανάγκες.
Για να λειτουργήσει, όμως, δεν αρκεί μια γενική προτίμηση υπέρ του ανοιχτού λογισμικού. Χρειάζεται πολιτική «ανοιχτό όπου είναι δυνατό, τεκμηριωμένη εξαίρεση όπου δεν είναι». Κάθε νέο δημόσιο πληροφοριακό σύστημα πρέπει να αξιολογείται με βάση το συνολικό κόστος κτήσης, συμπεριλαμβανομένου του κόστους εξόδου. Πρέπει να απαιτούνται ανοιχτά πρότυπα, τεκμηρίωση, άδειες χρήσης που επιτρέπουν επαναχρησιμοποίηση, μητρώο εξαρτήσεων λογισμικού και διαδικασίες τακτικού ελέγχου ασφάλειας. Το ζητούμενο είναι να αποκτήσει το Δημόσιο πραγματική δυνατότητα ελέγχου και επιλογής.
Ψηφιακή δημόσια υποδομή με επαναχρησιμοποιήσιμα δομικά στοιχεία
Η αποτελεσματική εφαρμογή της ψηφιακής κυριαρχίας απαιτεί μετάβαση από απομονωμένα έργα σε κοινά δομικά στοιχεία. Η ταυτοποίηση, οι ηλεκτρονικές υπογραφές, τα μητρώα, οι πληρωμές, η ανταλλαγή δεδομένων, η διαχείριση συγκατάθεσης, οι ειδοποιήσεις και οι ροές εργασίας δεν πρέπει να κατασκευάζονται ξανά από κάθε υπουργείο, δήμο ή οργανισμό. Πρέπει να αποτελούν κοινή ψηφιακή δημόσια υποδομή, με ενιαίες προδιαγραφές, ανοιχτές διεπαφές και δυνατότητα επαναχρησιμοποίησης.
Αυτή η προσέγγιση μειώνει κόστος, χρόνο και διοικητική πολυπλοκότητα. Κυρίως, όμως, δημιουργεί θεσμική συνέχεια. Αν ένας προμηθευτής αποτύχει, αυξήσει υπερβολικά τις τιμές ή αποχωρήσει, το Δημόσιο δεν μένει όμηρος. Η υπηρεσία μπορεί να συνεχιστεί από άλλον πάροχο, γιατί οι προδιαγραφές, τα δεδομένα και οι διεπαφές παραμένουν δημόσια ελεγχόμενα. Αυτό είναι το πρακτικό περιεχόμενο της ψηφιακής κυριαρχίας: οι προμηθευτές υλοποιούν, αλλά δεν ορίζουν τους κανόνες του κράτους.
Κυριαρχία σημαίνει ικανότητα μέσα στη διοίκηση
Καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να εφαρμόσει ψηφιακή κυριαρχία μόνο με νόμους ή διακηρύξεις. Χρειάζεται μόνιμη τεχνική ικανότητα μέσα στη δημόσια διοίκηση. Χρειάζονται ομάδες αρχιτεκτονικής, ασφάλειας, διαλειτουργικότητας, ανοιχτού λογισμικού και διακυβέρνησης δεδομένων. Χρειάζεται κεντρικό δημόσιο αποθετήριο κώδικα, πολιτική αδειοδότησης, οδηγίες προμηθειών, μηχανισμοί ελέγχου συμμόρφωσης και εκπαιδευμένα στελέχη που μπορούν να αξιολογούν τεχνικές προσφορές χωρίς να εξαρτώνται από τους ίδιους τους αναδόχους.
Η Ελλάδα μπορεί να αξιοποιήσει την ευρωπαϊκή κατεύθυνση για διαλειτουργικότητα, τις διεθνείς προδιαγραφές ψηφιακής δημόσιας υποδομής και την εμπειρία των κοινοτήτων ανοιχτού λογισμικού. Το κρίσιμο είναι να μη μείνει στη ρητορική. Κάθε μεγάλο έργο ψηφιακού μετασχηματισμού πρέπει να απαντά σε απλά ερωτήματα: είναι οι προδιαγραφές δημόσιες; χρησιμοποιούνται ανοιχτά πρότυπα; μπορεί το σύστημα να συνδεθεί με άλλα; μπορεί να αλλάξει προμηθευτής; είναι τα δεδομένα φορητά; υπάρχει πρόσβαση στον κώδικα ή επαρκής δυνατότητα ανεξάρτητου ελέγχου; υπάρχει σχέδιο συντήρησης και συμμετοχής σε κοινότητες;
Η ψηφιακή κυριαρχία δεν θα επιτευχθεί με μια μεγάλη κεντρική πλατφόρμα που θα αντικαταστήσει όλες τις άλλες εξαρτήσεις. Θα επιτευχθεί με ανοιχτή αρχιτεκτονική, δημόσιες προδιαγραφές, ανοιχτό λογισμικό, διαλειτουργικά συστήματα και ισχυρή διοικητική ικανότητα. Ένα δημοκρατικό κράτος δεν πρέπει απλώς να αγοράζει τεχνολογία. Πρέπει να μπορεί να την κατανοεί, να την ελέγχει, να τη βελτιώνει και να τη μοιράζεται ως δημόσιο αγαθό.
Πηγές άρθρου:
GovStack, Digital Sovereignty in a Fragmented World: How Specifications Empower Governments to be in Control: Το άρθρο τεκμηριώνει ότι η ψηφιακή κυριαρχία είναι πρακτικό ζήτημα τεχνικών προδιαγραφών, δημόσιου ελέγχου, διαλειτουργικότητας και αποφυγής εξάρτησης από προμηθευτές: https://govstack.global/news/digital-sovereignty-in-a-fragmented-world-how-specifications-empower-governments-to-be-in-control/,
GovStack, Technical Specifications: Οι τεχνικές προδιαγραφές του GovStack παρουσιάζουν την προσέγγιση των επαναχρησιμοποιήσιμων δομικών στοιχείων για την ψηφιακή δημόσια υποδομή, με έμφαση στη διαλειτουργικότητα, την επαναχρησιμοποίηση και την ουδετερότητα απέναντι στους προμηθευτές: https://specs.govstack.global/,
European Commission, Interoperable Europe Act: Ο Κανονισμός για τη Διαλειτουργική Ευρώπη αποτελεί βασικό θεσμικό πλαίσιο της ΕΕ για τη συνεργασία των δημόσιων διοικήσεων, τις κοινές λύσεις, τις αξιολογήσεις διαλειτουργικότητας και τη διατήρηση της κυριαρχίας σε όλα τα επίπεδα διακυβέρνησης: https://interoperable-europe.ec.europa.eu/interoperable-europe/interoperable-europe-act,
European Commission, Open Source Software Strategy: Η στρατηγική της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το ανοιχτό λογισμικό τεκμηριώνει τη σημασία της επαναχρησιμοποίησης, της δημοσίευσης κώδικα, της ασφάλειας, των ανοιχτών τεχνικών προδιαγραφών και της αρχής «stay in control» για τις δημόσιες ψηφιακές υπηρεσίες: https://commission.europa.eu/about/departments-and-executive-agencies/digital-services/open-source-software-strategy_en,
Digital Public Goods Alliance, Digital Public Goods Standard: Το πρότυπο για τα ψηφιακά δημόσια αγαθά ορίζει κριτήρια για λύσεις που βασίζονται σε ανοιχτό λογισμικό, ανοιχτά δεδομένα, ανοιχτά πρότυπα, τεκμηρίωση, προστασία ιδιωτικότητας και επαναχρησιμοποίηση προς όφελος του δημόσιου συμφέροντος: https://www.digitalpublicgoods.net/standard,
World Bank Group, Digital Public Infrastructure and Development: A World Bank Group Approach: Η έκθεση παρουσιάζει την ψηφιακή δημόσια υποδομή ως σύνολο θεμελιωδών ψηφιακών δομικών στοιχείων για δημόσιο όφελος, με αρχές όπως διαλειτουργικότητα, ανοιχτότητα, ισχυρή διακυβέρνηση, ασφάλεια και σχεδιασμός με επίκεντρο τον πολίτη: https://openknowledge.worldbank.org/entities/publication/cca2963e-27bf-4dbb-aa5a-24a0ffc92ed9.

