ΕΛ/ΛΑΚ | creativecommons.gr | mycontent.ellak.gr |
freedom

Ανοιχτό για ποιον; Η ανοιχτή επιστήμη απέναντι στη μηχανή εξόρυξης

«Δεν θέλω πλέον να μοιράζομαι τα ερευνητικά μας δεδομένα.» Τα λόγια ανήκουν σε μια ερευνήτρια της υπολογιστικής κοινωνιογλωσσολογίας που για χρόνια υπερασπιζόταν την ανοιχτή επιστήμη. Έχει πλέον την αίσθηση, εξηγεί, ότι ό,τι ανοίγει η κοινότητά της το συλλέγουν οι εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης, εκπαιδεύουν με αυτό τα μοντέλα τους και καρπώνονται το όφελος, ενώ η ίδια και οι συνάδελφοί της δεν παίρνουν τίποτα πίσω. 

Η φράση ανοίγει ένα πρόσφατο άρθρο της Katja Mayer, κοινωνιολόγου στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης, και δύσκολα θα την προσπεράσει όποιος, όπως εμείς στην ΕΕΛΛΑΚ, υποστηρίζει εδώ και δεκαετίες ότι η γνώση που παράγεται με δημόσιο χρήμα πρέπει να είναι ανοιχτή.

Η Mayer μίλησε σε βάθος με 27 ερευνητές, επιστήμονες δεδομένων και διαχειριστές αποθετηρίων στην Ευρώπη, ανάμεσα στο 2022 και το 2024. Όλοι είχαν μακρά πορεία ως υπέρμαχοι του ανοιχτού διαμοιρασμού δεδομένων, και αυτό δίνει στα ευρήματα ένα βάρος που δεν θα είχαν αν προέρχονταν από σκεπτικιστές. Είναι, με άλλα λόγια, πιστοί που έχουν αρχίσει να αμφιβάλλουν. Η ίδια η συγγραφέας σημειώνει ότι το δείγμα δεν είναι αντιπροσωπευτικό, οπότε το άρθρο της διαβάζεται καλύτερα ως καταγραφή μιας διάθεσης παρά ως μέτρηση. Η διάθεση αυτή όμως μας αφορά άμεσα.

Μια υπόσχεση που έγινε κανόνας

Η ανοιχτή επιστήμη γεννήθηκε στις αρχές του αιώνα από μια ενοχλητική διαπίστωση: η έρευνα που χρηματοδοτούσαν οι πολίτες κατέληγε κλειδωμένη πίσω από συνδρομές εκδοτών και αρχεία που δεν έβλεπε κανείς. Η απάντηση ήταν μια ιδέα της γνώσης ως δημόσιου αγαθού, προσβάσιμης σε όλους, ελέγξιμης και επαναχρησιμοποιήσιμης, η οποία οφείλει πολλά στην κουλτούρα του ελεύθερου λογισμικού. Με τα χρόνια το αίτημα έγινε κανόνας, και οι μεγάλοι χρηματοδότες, με πρώτη την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ανήγαγαν την ανοικτή πρόσβαση στις δημοσιεύσεις και διαθεσιμότητα των δεδομένων ως όρο χρηματοδότησης.

Η λογική αυτή συμπυκνώθηκε σε ένα σύνθημα που διέδωσε η Επιτροπή: «όσο ανοιχτά γίνεται, όσο κλειστά χρειάζεται». Δέκα από τους συνομιλητές της Mayer το επικαλέστηκαν αυθόρμητα ως πυξίδα της δουλειάς τους. Ένας από αυτούς όμως παραδέχεται ότι κάποτε ανήκε στην ομάδα του «όσο ανοιχτά γίνεται», ενώ σήμερα στρέφεται στοι «μόνο όσο ανοιχτά χρειάζεται». 

Από τον διαμοιρασμό στη συλλογή

Οι ερευνητές της Mayer δεν περιγράφουν κάποια αφηρημένη απειλή. Μία από αυτούς αναγνώρισε την ταξινομία που είχε αναπτύξει η ομάδα της για τη μελέτη της διαδικτυακής ριζοσπαστικοποίησης, μαζί με τα ίδια τα παραδείγματά της, μέσα σε ένα εργαλείο ανάλυσης συναισθήματος μιας νεοφυούς εταιρείας μάρκετινγκ, χωρίς ούτε μια αναφορά στην προέλευση. Άλλοι θυμίζουν έναν κύκλο που μοιάζει σχεδόν κωμικός. Οι ερευνητές πλήρωσαν χιλιάδες ευρώ στους εκδότες για να γίνουν ανοιχτά τα άρθρα τους, και οι ίδιοι εκδότες πουλούν τώρα το περιεχόμενο, τα μεταδεδομένα και έως και τις κρίσεις των αξιολογητών για την εκπαίδευση μοντέλων.

Εξίσου διδακτική είναι η πορεία των αρχών FAIR. Τα αρχικά ζητούν τα δεδομένα να είναι ευρέσιμα, προσβάσιμα, διαλειτουργικά και επαναχρησιμοποιήσιμα, και σχεδιάστηκαν ώστε ένας ερευνητής να μπορεί να ελέγξει, να επαναλάβει και να συνεχίσει τη δουλειά ενός άλλου. Ένας διαχειριστής αποθετηρίου σχολιάζει με πικρό χιούμορ ότι το FAIR έφτασε να σημαίνει «feed AI reliably», δηλαδή τάιζε αξιόπιστα την τεχνητή νοημοσύνη. Για γαλαξίες, πετρώματα και μόρια, προσθέτει, αυτό ίσως να μην είναι κακό, τα δικά του δεδομένα όμως αφορούν ανθρώπους, κοινότητες και πολιτική.

Εδώ βρίσκεται και το νομικό και ηθικό επίκεντρο του προβλήματος. Πολλά σύνολα δεδομένων των κοινωνικών επιστημών συλλέχθηκαν με τη συναίνεση των συμμετεχόντων για έναν συγκεκριμένο ερευνητικό σκοπό, και κανείς δεν τους ρώτησε αν δέχονται να γίνουν πρώτη ύλη για ένα εμπορικό μοντέλο. Για τον ίδιο λόγο οι συνομιλητές ανησυχούν για την επαναταυτοποίηση, αφού δεδομένα που θεωρούνταν επαρκώς ανώνυμα μπορούν σήμερα να διασταυρωθούν με άλλες πηγές πολύ ευκολότερα από ό,τι προέβλεπαν τα πρωτόκολλα ανωνυμοποίησης.

Υπάρχει βέβαια και ένα πιο… πεζό κόστος, που κάθε φορέας με ανοιχτή υποδομή το αναγνωρίζει αμέσως. Τα αποθετήρια δέχονται αδιάκοπες επισκέψεις από αυτοματοποιημένα προγράμματα συλλογής, που βαραίνουν τους διακομιστές και τους προϋπολογισμούς. Ένας υπεύθυνος υποδομής το λέει απλά: κάθε ευρώ που πάει στην αντιμετώπιση των bots λείπει από την έρευνα δημόσιου συμφέροντος. Και η άμυνα που αντιπαραθέτουν, με όρια αιτημάτων, ανίχνευση bots και νέα πρωτόκολλα πρόσβασης, καταλήγει να περιορίζει την ανοιχτότητα στο όνομα της προστασίας της.

Η τραγωδία δεν είναι μοίρα αναπότρεπτη

Όταν η Mayer παρουσίαζε τα ευρήματά της σε συναδέλφους και ακτιβιστές της ανοιχτής επιστήμης, η συνηθέστερη αντίδραση ήταν ένα σήκωμα των ώμων και μια φράση: «Η τραγωδία των κοινών.» Η εικόνα του Garrett Hardin, ο κοινόχρηστος βοσκότοπος που εξαντλείται επειδή καθένας έχει συμφέρον να βγάλει εκεί ένα ζώο ακόμη, έχει γίνει μια εξήγηση για όλα, που κλείνει τη συζήτηση πριν ακόμη αρχίσει. Αν η ανοιχτότητα είναι καταδικασμένη να λεηλατείται, το μόνο που μένει είναι να κλείσουμε την πόρτα.

Η Mayer θυμίζει ότι η Elinor Ostrom τιμήθηκε με το Νόμπελ Οικονομικών ακριβώς επειδή έδειξε ότι η τραγωδία αυτή δεν είναι αναπόφευκτη. Τα κοινά αγαθά αντέχουν, κάποτε για αιώνες, όταν οι κοινότητες που τα χρησιμοποιούν συμμετέχουν στη διαμόρφωση των κανόνων, όταν οι κανόνες ταιριάζουν στις τοπικές συνθήκες και όταν η εμπιστοσύνη και η αμοιβαιότητα συντηρούνται με κόπο. Η τραγωδία λοιπόν είναι πρόβλημα θεσμικού σχεδιασμού, και τα προβλήματα σχεδιασμού βρίσκουν, αργά ή γρήγορα, λύσεις.

Η μετατόπιση αυτή αφορά και τον τρόπο με τον οποίο μιλάμε εμείς οι ίδιοι για το ανοιχτό. Στον δημόσιο διάλογο η διάκριση ανοιχτού και κλειστού λειτουργεί συχνά σαν να αρκεί η άδεια χρήσης για να κρίνει κανείς σε ποια πλευρά βρίσκεται ένα σύστημα. Η Mayer, ανατρέχοντας στο «παράδοξο του ανοιχτού» των Paul Keller και Alek Tarkowski, υποστηρίζει ότι η ανοιχτότητα μπορεί είτε να αμφισβητήσει την ισχύ είτε να την εδραιώσει, ανάλογα με το ποιος κυβερνά την πρόσβαση και ποιος καρπώνεται τα οφέλη. Ένα σύνολο δεδομένων με άδεια CC BY που καταλήγει να εκπαιδεύει ένα κλειστό μοντέλο είναι τυπικά ανοιχτό, η αξία του όμως συγκεντρώνεται κάπου όπου κανείς από όσους το δημιούργησαν δεν έχει λόγο. Η διάκριση ανοιχτού και κλειστού δεν χάνει έτσι την αξία της· απλώς κρίνεται στη διακυβέρνηση και όχι στο έγγραφο της άδειας.

Οι συνομιλητές της Mayer δεν σταματούν άλλωστε στη διάγνωση. Αναφέρουν το BigScience, που συγκέντρωσε πάνω από χίλιους συνεργάτες για να εκπαιδεύσει το πολυγλωσσικό μοντέλο BLOOM με ανοιχτά δεδομένα και διαφανή διακυβέρνηση, την κοινότητα Masakhane που αναπτύσσει γλωσσικές τεχνολογίες για τις αφρικανικές γλώσσες με έμφαση στη συναίνεση των γλωσσικών κοινοτήτων, καθώς και ανοιχτά, ενεργειακά πιο υπεύθυνα γλωσσικά μοντέλα στην Ελβετία και τη Νορβηγία. Κανένα δεν είναι χωρίς όρια. Το BLOOM εκπαιδεύτηκε σε δημόσιο γαλλικό υπερυπολογιστή, και όπως παρατηρεί ένας από τους συνομιλητές, ο πραγματικός θυρωρός είναι η υπολογιστική ισχύς. Το Masakhane, πάλι, εξαρτάται ακόμη από τους επεξεργαστές και τις υπηρεσίες νέφους των μεγάλων παρόχων.

Τι σημαίνει αυτό για τη δημόσια πολιτική

Αν η ανοιχτότητα είναι θεσμός που χρειάζεται σχεδιασμό, τότε το βάρος δεν μπορεί να πέφτει μόνο στον μεμονωμένο ερευνητή που αποφασίζει, μόνος του, αν θα ανεβάσει ένα σύνολο δεδομένων. Το άρθρο δεν μιλά για την Ελλάδα, δίνει όμως αρκετές ενδείξεις για το τι θα μπορούσε να κάνει μια δημόσια πολιτική που παίρνει το θέμα σοβαρά.

Η πρώτη αφορά την αθέατη δουλειά της συντήρησης. Δύο συνομιλητές της Mayer ανέφεραν ως σπάνιο θετικό παράδειγμα το γερμανικό Sovereign Tech Fund, που χρηματοδοτεί με δημόσιο χρήμα το ανοιχτό λογισμικό πάνω στο οποίο στηρίζεται, χωρίς να το βλέπουμε, ο μεγαλύτερος όγκος της ψηφιακής μας ζωής. Η πρόταση για ένα αντίστοιχο ευρωπαϊκό ταμείο βρίσκεται ήδη σε πρώτο πλάνο στην ατζέντα του Digital Commons EDIC, και η ΕΕΛΛΑΚ τη στηρίζει ακριβώς γιατί αναγνωρίζει μια απλή αλήθεια που επαναλαμβάνουν και οι ερευνητές της Mayer: η ανοιχτότητα δεν είναι δωρεάν και θέλει χρήμα, χρόνο και ανθρώπους. Από τους 27 συνομιλητές, άλλωστε, μόλις δύο είχαν στη σχολή τους εξειδικευμένο διαχειριστή δεδομένων, και αξίζει να αναρωτηθούμε πόσα ελληνικά ερευνητικά τμήματα διαθέτουν σήμερα κάτι ανάλογο.

Η δεύτερη αφορά sτην υπολογιστική ισχύ. Αν αυτή είναι ο πραγματικός θυρωρός, τότε η πρόσβαση της ελληνικής ερευνητικής κοινότητας σε δημόσιες υπολογιστικές υποδομές, εθνικές και ευρωπαϊκές, είναι προϋπόθεση για να μην καταλήξει η χώρα απλός προμηθευτής δεδομένων για μοντέλα που εκπαιδεύονται αλλού. Οι ερευνητές της Mayer το λένε με τον δικό τους τρόπο: θα δέχονταν χωρίς δισταγμό να χτίσουν πάνω στη δουλειά τους ανοιχτά και πράσινα μοντέλα, φτιαγμένα σε δημόσιες υποδομές, ενώ αντιδρούν στην ιδέα να τροφοδοτούν τον αγώνα δρόμου  των hyperscalers.

Η τρίτη, και η πιο δύσκολη, είναι οι όροι αμοιβαιότητας όταν δεδομένα που παρήχθησαν με δημόσιο χρήμα επαναχρησιμοποιούνται εμπορικά. Οι συνομιλητές της Mayer προτείνουν αποθετήρια ελεγχόμενης πρόσβασης με κοινοτική διακυβέρνηση, συμβατικούς όρους για την εμπορική χρήση και υποδομές όπου όσοι συνεισφέρουν δεδομένα ορίζουν και τους όρους της επαναχρησιμοποίησής τους. Η πιο ήπια εκδοχή, να ζητείται από όποιον παίρνει τα δεδομένα να δηλώνει ποιος είναι και τι σκοπεύει να κάνει, χτίζει μια σχέση και αφήνει ένα ίχνος. Δεν δεσμεύει βέβαια όσους συλλέγουν μαζικά χωρίς να ρωτήσουν κανέναν, και κάθε αυστηρότερος περιορισμός κινδυνεύει να αποκλείσει πρώτα τους μικρούς και καλόπιστους χρήστες. Εύκολη λύση δεν υπάρχει, και είναι πιο τίμιο να το λέμε από το να παρουσιάζουμε μια άδεια χρήσης σαν θεραπεία δια πάσαν νόσον. Η αρχή πως ό,τι παράγεται με δημόσιο χρήμα πρέπει να είναι δημόσιο αγαθό παραμένει σωστή· δημόσιο αγαθό όμως δεν σημαίνει αγαθό χωρίς θεσμούς.

Ανοιχτό υπό ποιους όρους

Η απογοήτευση της ερευνήτριας με την οποία ξεκινήσαμε δεν είναι, για τη Mayer, κάποια ανωμαλία που πρέπει να διορθωθεί με καλύτερη ενημέρωση. Είναι σημάδι ότι η ανοιχτότητα, που κάποτε ήταν αντισυμβατική πρακτική και σήμερα είναι όρος χρηματοδότησης, έχασε κάπου στη διαδρομή το πολιτικό της περιεχόμενο, και η παραγωγική τεχνητή νοημοσύνη το έκανε απλώς ορατό. Η ίδια κλείνει σημειώνοντας ότι, σε έναν παγκόσμιο αγώνα για την πρωτοκαθεδρία στην ΤΝ όπου η ανοιχτότητα κινδυνεύει να υποταχθεί στην ανταγωνιστικότητα, την ταχύτητα και την κλίμακα, μόνο μια επαναπολιτικοποιημένη ανοιχτότητα μπορεί να υπερασπιστεί τους δημοκρατικούς όρους της συλλογικής γνώσης απέναντι στην εξόρυξη της αξίας της.

Για όσους πιστεύουμε στην ανοιχτή γνώση, λοιπόν, το αν θα ανοίξουμε έχει πάψει να είναι το δύσκολο ερώτημα. Δύσκολο είναι το εάν θα χτίσουμε έγκαιρα τους θεσμούς, τη χρηματοδότηση και τις δημόσιες υποδομές που θα επιτρέψουν σε όσους ανοίγουν τη δουλειά τους να συνεχίσουν να το κάνουν, χωρίς την αίσθηση ότι δουλεύουν δωρεάν για άλλους. Αν αυτοί οι θεσμοί δεν υπάρξουν, οι πιστοί θα συνεχίσουν να αμφιβάλλουν, και κάποια στιγμή θα κλείσουν και αυτοί την πόρτα, όχι επειδή άλλαξαν ιδέες αλλά επειδή κουράστηκαν να την κρατούν ανοιχτή μόνοι τους.

Πηγές

  1. Mayer, K. (2026). AI, open science, and the extraction imperative: A situated approach to the normativities of open research data. Cambridge Forum on AI: Culture and Society, 2, e24. Ανοιχτής πρόσβασης, CC BY 4.0.
  2. Hardin, G. (1968). The Tragedy of the Commons. Science, 162(3859), 1243–1248.
  3. Ostrom, E. (1990). Governing the Commons: The Evolution of Institutions for Collective Action. Cambridge University Press.
  4. Keller, P. & Tarkowski, A. (2021). Paradox of Open: Policies for the Digital Commons. Open Future.

Leave a Comment