Στην ομιλία για την κατάσταση της Ένωσης του Σεπτεμβρίου 2025, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν ανέδειξε τα AI Gigafactories, τις μεγάλης κλίμακας υπολογιστικές εγκαταστάσεις για την τεχνητή νοημοσύνη, σε κεντρικό πυλώνα της ευρωπαϊκής ατζέντας για την τεχνολογική κυριαρχία. Υποστήριξε ότι η Ευρώπη χρειάζεται δική της τεχνητή νοημοσύνη (ΤΝ) για να διασφαλίσει την ανεξαρτησία της και να στηρίξει τη βιομηχανία και την κοινωνία της. Εξήγγειλε μαζικές επενδύσεις σε Gigafactories που θα βοηθήσουν τις ευρωπαϊκές νεοφυείς επιχειρήσεις να αναπτύξουν, να εκπαιδεύσουν και να θέσουν σε λειτουργία τα μοντέλα νέας γενιάς. Τόνισε, τέλος, ότι το κάλεσμα της Επιτροπής προς τον ιδιωτικό τομέα βρήκε «συντριπτική» ανταπόκριση.
Ένα χρόνο μετά, και με τη φετινή ομιλία ξανά στο προσκήνιο, αξίζει να εξετάσουμε πώς εξελίχθηκε αυτή η ατζέντα και σε ποιες παραδοχές στηρίζεται.
Το δημόσιο χρήμα ως εγγυημένη ζήτηση
Στις αρχές του 2026 η ΕΕ θέσπισε τον Κανονισμό (ΕΕ) 2026/150, ο οποίος ορίζει το νομικό πλαίσιο για τη δημόσια στήριξη των AI Gigafactories. Έξι μήνες αργότερα, λίγο πριν από τις θερινές διακοπές, η Επιτροπή δημοσίευσε την πρόσκληση υποβολής προσφορών για την επιλογή των κοινοπραξιών που θα τα δημιουργήσουν. Κατά την εκτίμηση της Επιτροπής, κάθε Gigafactory θα απαιτήσει επένδυση τουλάχιστον 4 έως 5 δισ. ευρώ. Ακριβώς λόγω αυτού του μεγέθους, η προκήρυξη προβλέπει ότι θα λειτουργούν με μοντέλο κατά κύριο λόγο βιομηχανικό και αγοραίο, ώστε να είναι οικονομικά βιώσιμα μακροπρόθεσμα.
Ο κανονισμός προέβλεψε δύο τρόπους με τους οποίους η ΕΕ και τα κράτη που μετέχουν στην Κοινή Επιχείρηση EuroHPC, τον κοινό φορέα της Ένωσης για τους υπερυπολογιστές και τις υποδομές ΤΝ, μπορούν να στηρίξουν αυτές τις επενδύσεις. Η πρώτη επιλογή ήταν η άμεση συμμετοχή στις κεφαλαιουχικές δαπάνες για την υπολογιστική υποδομή. Η δεύτερη ήταν μια ισοδύναμη συνεισφορά μέσω της εγγυημένης αγοράς χρόνου πρόσβασης στους υπολογιστικούς πόρους των Gigafactories. Η προκήρυξη επέλεξε τον δεύτερο δρόμο.
Έτσι, αντί να χρηματοδοτήσουν την κατασκευή εκ των προτέρων, η ΕΕ και τα κράτη μέλη δεσμεύονται να αγοράσουν υπολογιστική ισχύ μόλις οι εγκαταστάσεις τεθούν σε λειτουργία. Η δέσμευση της ΕΕ δεν μπορεί να υπερβαίνει το 17% του κόστους της υπολογιστικής υποδομής και πρέπει να συνοδεύεται από τουλάχιστον ισόποση συνεισφορά των συμμετεχόντων κρατών. Σε αντάλλαγμα, οι δημόσιες αρχές εξασφαλίζουν εγγυημένο μερίδιο του χρόνου πρόσβασης.
Για την αρχική φάση έχει δεσμευτεί 1 δισ. ευρώ από το τρέχον Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2021–2027, και τα κράτη πρέπει να συνεισφέρουν τουλάχιστον ισόποσα. Για τη φάση επέκτασης προβλέπονται άλλα 4 δισ. ευρώ, τα οποία όμως προϋποθέτουν την έγκριση του πολυετούς προϋπολογισμού της ΕΕ για την περίοδο μετά το 2027. Το Παράρτημα 2 παρουσιάζει τις δεσμεύσεις των κρατών. Έτσι οι υποψήφιοι γνωρίζουν πόση εθνική συγχρηματοδότηση είναι διαθέσιμη για να καλυφθεί η υποχρέωση ισόποσης συμμετοχής.

Οι ιδιώτες εταίροι της κοινοπραξίας που θα κατασκευάσει και θα λειτουργήσει κάθε Gigafactory θα πρέπει επομένως να καλύψουν οι ίδιοι το αρχικό κόστος. Θα έχουν όμως εξασφαλισμένο ένα μέρος των μελλοντικών τους εσόδων. Οι προδιαγραφές του διαγωνισμού περιγράφουν τις δημόσιες αρχές ως «στρατηγικό πελάτη-άγκυρα» (strategic anchor customer). Μέσω της κοινής προμήθειας χρόνου πρόσβασης, το Δημόσιο αναλαμβάνει μέρος του επενδυτικού κινδύνου. Κατά την προκήρυξη, αυτό εξασφαλίζει στους φορείς λειτουργίας «σημαντική οικονομική ασφάλεια» και «εξαιρετική προβλεψιμότητα εσόδων».
Από πού θα προέλθει η ζήτηση;
Η εμπορική βιωσιμότητα των Gigafactories θα κριθεί από το αν θα βρουν πελάτες για την υπόλοιπη χωρητικότητά τους. Οι προδιαγραφές δίνουν μεγάλο βάρος σε αυτό το ζήτημα. Οι υποψήφιοι οφείλουν να τεκμηριώσουν ότι υπάρχει πραγματικό ενδιαφέρον από την αγορά, προσκομίζοντας για παράδειγμα επιστολές πρόθεσης, μνημόνια συνεννόησης και προσυμφωνημένες συμβάσεις με δυνητικούς πελάτες.
Η ζήτηση αυτή, ωστόσο, δεν χρειάζεται να προέρχεται από ευρωπαϊκούς φορείς. Τα Gigafactories είναι ρητά ανοιχτά σε χρήστες από όλο τον κόσμο. Επιπλέον, οι προδιαγραφές (σελ. 9) επιτρέπουν σε διεθνείς παρόχους υπηρεσιών και βιομηχανικούς εταίρους να λειτουργούν ως πελάτες-άγκυρες, ιδίως κατά την πρώτη φάση. Σε αυτούς περιλαμβάνονται οι μεγάλοι πάροχοι υπολογιστικού νέφους, οι λεγόμενοι hyperscalers, οι οποίοι στηρίζουν έτσι την επιχειρησιακή ετοιμότητα και την εμπορική βιωσιμότητα των εγκαταστάσεων. Οι πελάτες αυτοί μπορούν να διατηρούν επιχειρησιακή αυτονομία ως προς τη χωρητικότητα και τις υπηρεσίες που παρέχουν στους δικούς τους χρήστες. Οι υπηρεσίες αυτές ενδέχεται να μην υπάγονται στους γενικούς όρους κυριαρχίας που διέπουν τα Gigafactories.
Η προκήρυξη δεν παραβλέπει τον κίνδυνο που ενέχει αυτή η επιλογή. Οι υποψήφιοι πρέπει να εξηγήσουν πώς θα διαχειριστούν τη συγκέντρωση της πελατείας τους. Αν ένα Gigafactory στηρίζεται αρχικά σε λίγους μεγάλους πελάτες, οφείλει να παρουσιάσει μια σαφή, αναλογική και χρονικά οριοθετημένη στρατηγική. Η στρατηγική αυτή πρέπει να δείχνει πώς θα διευρύνει και θα διαφοροποιήσει σταδιακά την πελατειακή του βάση μέσα στο ευρύτερο ευρωπαϊκό οικοσύστημα ΤΝ.
Η λογική του σχήματος φαίνεται να είναι η εξής: η ευρωπαϊκή ζήτηση ενδέχεται αρχικά να μην επαρκεί για να καταστήσει τα Gigafactories βιώσιμα. Οι δημόσιες αρχές εξασφαλίζουν μια σταθερή βάση ευρωπαϊκής ζήτησης και οι μεγάλοι διεθνείς πελάτες προσθέτουν όγκο. Με τον καιρό, αναμένεται να αναπτυχθεί και η ζήτηση από το ευρύτερο ευρωπαϊκό οικοσύστημα.
Για μια πρωτοβουλία που φιλοδοξεί να ενισχύσει την τεχνολογική κυριαρχία της Ευρώπης, αυτό δημιουργεί μια προφανή αντίφαση. Οι φορείς με αρκετή ζήτηση για να γίνουν βιώσιμες επενδύσεις τέτοιας κλίμακας είναι, κατά πάσα πιθανότητα, οι ίδιες τεχνολογικές εταιρείες των οποίων τη δεσπόζουσα θέση στις ευρωπαϊκές υποδομές νέφους και ΤΝ επιδιώκει να περιορίσει η ατζέντα της κυριαρχίας.
Υπάρχει όμως και μια βαθύτερη παραδοχή. Η κατασκευή τεράστιων υπολογιστικών εγκαταστάσεων εν αναμονή μιας μελλοντικής ευρωπαϊκής ζήτησης δεν είναι ουδέτερη επιλογή. Προϋποθέτει ότι οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις ΤΝ, οι δημόσιοι φορείς και οι ερευνητές θα χρειαστούν ακριβώς αυτό το είδος υποδομής και σε αυτή την κλίμακα. Το στοίχημα λοιπόν δεν αφορά μόνο το αν θα αυξηθεί η ευρωπαϊκή ζήτηση για ΤΝ, αλλά και το αν θα κινηθεί προς μια κατεύθυνση που απαιτεί τέτοιες υποδομές. Επενδύοντας πριν διαμορφωθεί η ζήτηση, η ΕΕ δεν περιορίζεται να την προβλέψει· κατευθύνει η ίδια την εξέλιξη της ευρωπαϊκής ΤΝ προς αυτή την πορεία.
Η αγορά κέντρων δεδομένων στην ΕΕ
Ο ρόλος που επιφυλάσσει η προκήρυξη στους hyperscalers αντικατοπτρίζει ένα γενικότερο γνώρισμα της ευρωπαϊκής αγοράς κέντρων δεδομένων. Οι φορείς λειτουργίας βασίζονται σε λίγες διεθνείς τεχνολογικές εταιρείες, που λειτουργούν ως μεγάλοι πελάτες με μακροχρόνιες συμβάσεις. Οι συμβάσεις αυτές εξασφαλίζουν την προβλέψιμη ζήτηση που καθιστά εμπορικά βιώσιμες τις μεγάλες επενδύσεις σε υποδομές.
Η εκτίμηση επιπτώσεων της Επιτροπής που συνοδεύει την πράξη για την ανάπτυξη του υπολογιστικού νέφους και της ΤΝ (Cloud and AI Development Act) αποτυπώνει αυτή τη δυναμική. Η νέα χωρητικότητα συστέγασης (colocation) μισθώνεται συχνά στις Amazon Web Services, Microsoft και Google. Ο κύριος λόγος είναι ότι οι συμβάσεις με αυτούς τους παρόχους επιτρέπουν στους φορείς λειτουργίας να αποσβέσουν ταχύτερα τις επενδύσεις τους. Έως το 2028, οι τρεις αυτές εταιρείες αναμένεται να καλύπτουν περίπου το 65% της ζήτησης για κέντρα δεδομένων στην Ευρώπη.
Πρόσφατη έρευνα του ολλανδικού ερευνητικού κέντρου SOMO δείχνει πώς εκδηλώνεται αυτή η δυναμική στην πράξη. Σύμφωνα με την έκθεση, η σχεδιαζόμενη ανάπτυξη κέντρων δεδομένων στην ΕΕ εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη ζήτηση αμερικανικών τεχνολογικών εταιρειών, και η έκθεση το τεκμηριώνει με σειρά παραδειγμάτων. Αυτό δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι τα Gigafactories θα αναπαραγάγουν το ίδιο μοτίβο. Η δομή της σημερινής αγοράς όμως υποδηλώνει ότι δύσκολα θα βρεθεί επαρκής ζήτηση χωρίς σημαντική εξάρτηση από τις αμερικανικές εταιρείες.
Η εξάρτηση από διεθνείς παίκτες ίσως να μην περιορίζεται καν στη ζήτηση, που αποτελεί μόνο τη μία όψη της εξίσωσης. Τα Gigafactories θα χρειαστούν μεγάλα ιδιωτικά κεφάλαια, και η Επιτροπή φιλοδοξεί να κινητοποιήσει πάνω από 20 δισ. ευρώ ιδιωτικών επενδύσεων. Δεν είναι ακόμη γνωστό ποιοι θα διαθέσουν αυτά τα κεφάλαια, αλλά και εδώ η υφιστάμενη αγορά λειτουργεί προειδοποιητικά. Σύμφωνα με το SOMO, η επέκταση των κέντρων δεδομένων στην Ευρώπη χρηματοδοτείται ήδη σε σημαντικό βαθμό από αμερικανούς επενδυτές, μεταξύ των οποίων μεγάλες εταιρείες διαχείρισης κεφαλαίων και ταμεία υποδομών.
Διαμορφώνονται έτσι δύο αλληλένδετες εξαρτήσεις. Οι hyperscalers ενδέχεται να προσφέρουν τη μακροχρόνια ζήτηση που καθιστά τα Gigafactories βιώσιμα, και οι διεθνείς επενδυτές τα κεφάλαια για την κατασκευή τους. Το αβέβαιο στοίχημα της πρωτοβουλίας είναι ότι οι δημόσιες προμήθειες μπορούν να ανατρέψουν αυτή τη δυναμική. Εγγυώμενες μέρος της ζήτησης, οι δημόσιες αρχές δεν επιδιώκουν μόνο να περιορίσουν τον επενδυτικό κίνδυνο. Επιδιώκουν επίσης να στρέψουν τα ιδιωτικά κεφάλαια σε υποδομές που ενισχύουν την ευρωπαϊκή τεχνολογική κυριαρχία. Ουσιαστικά, η Επιτροπή ελπίζει να αντιστρέψει μια δυναμική της αγοράς που σήμερα παγιώνει τις εξαρτήσεις της Ευρώπης.
Μπορεί η μείωση του κινδύνου να οδηγήσει σε κυριαρχία;
Τα Gigafactories αποτελούν χαρακτηριστικό δείγμα της ευρύτερης στρατηγικής της ΕΕ για τη χρηματοδότηση της τεχνολογικής της κυριαρχίας. Οι δημόσιοι πόροι χρησιμοποιούνται για να προσελκύσουν ιδιωτικές επενδύσεις, τις οποίες η ΕΕ επιχειρεί στη συνέχεια να κατευθύνει προς δημόσιους στόχους. Η οικονομολόγος Ντανιέλα Γκάμπορ (Daniela Gabor) εισήγαγε τον όρο «κράτος της απομείωσης κινδύνων» (de-risking state). Η Γκάμπορ επισημαίνει μια εγγενή αντίφαση σε αυτό το είδος σχέσης κράτους και κεφαλαίου, όταν το κεφάλαιο έχει τον πρώτο λόγο. Αν η δημόσια πολιτική διαμορφώνεται με γνώμονα τις απαιτήσεις κινδύνου και απόδοσης των ιδιωτών επενδυτών, η ικανότητα του κράτους να κατευθύνει τις επενδύσεις προς τους δικούς του στόχους ενδέχεται να περιορίζεται.
Στην περίπτωση των Gigafactories, η Επιτροπή επιχειρεί να διαχειριστεί αυτή την αντίφαση θέτοντας όρους κυριαρχίας στις ιδιωτικές επενδύσεις που θέλει να προσελκύσει. Σύμφωνα με την προκήρυξη, ο συντονιστής κάθε Gigafactory πρέπει να έχει την έδρα του και τον πραγματικό του έλεγχο εντός της ΕΕ. Ο φορέας φιλοξενίας και η φυσική υποδομή πρέπει να βρίσκονται στο έδαφος της Ένωσης, όπου πρέπει να εκτελούνται και οι βασικές τεχνικές λειτουργίες. Απαγορεύεται η ανάθεση βασικών τεχνικών λειτουργιών και της επεξεργασίας δεδομένων σε υπεργολάβους με έδρα εκτός ΕΕ. Επιπλέον, κάθε δυνητικά ευαίσθητη πρόσβαση από τρίτες χώρες υπόκειται σε δημόσια εποπτεία.
Η προκήρυξη επιδιώκει επίσης να περιορίσει τις τεχνολογικές εξαρτήσεις. Οι υποψήφιοι καλούνται να παρουσιάσουν συγκεκριμένο σχέδιο για μια στοίβα λογισμικού (software stack) με βάση και έλεγχο στην Ευρώπη. Η στοίβα αυτή πρέπει να περιλαμβάνει και τα επίπεδα νέφους και ΤΝ και να είναι σε λειτουργία έως το τέταρτο έτος. Οι υποψήφιοι ενθαρρύνονται επίσης να ενσωματώνουν σταδιακά εξοπλισμό (hardware) ευρωπαϊκού σχεδιασμού.
Οι απαιτήσεις αυτές αποσκοπούν να διοχετεύσουν τις ιδιωτικές επενδύσεις σε υποδομές επί των οποίων η Ευρώπη θα διατηρεί έναν βαθμό στρατηγικού και τεχνολογικού ελέγχου. Ο έλεγχος αυτός όμως δεν είναι απόλυτος. Όπως αναφέρθηκε, οι διεθνείς πελάτες-άγκυρες, μεταξύ των οποίων και οι hyperscalers, μπορούν να διατηρούν επιχειρησιακή αυτονομία για τις υπηρεσίες που προσφέρουν στους δικούς τους χρήστες. Οι υπηρεσίες αυτές ενδέχεται να μην υπάγονται στους γενικούς όρους κυριαρχίας. Εξακολουθούν πάντως να ισχύουν οι δικλίδες ασφαλείας σε επίπεδο υποδομής και ο έλεγχος των τελικών χρηστών.
Τι ακολουθεί
Οι κοινοπραξίες έχουν προθεσμία έως τις 12 Νοεμβρίου για να υποβάλουν τις προσφορές τους, και τα πρώτα Gigafactories αναμένεται να επιλεγούν στις αρχές του 2027. Κρίσιμο θα είναι να δούμε ποιοι θα είναι οι πελάτες-άγκυρες και από πού θα προέρχεται η χρηματοδότηση. Θα αναπαραγάγουν οι επιλεγμένες κοινοπραξίες το σημερινό μοτίβο, δηλαδή υποδομές που βρίσκονται μεν στην Ευρώπη αλλά χρηματοδοτούνται από διεθνή κεφάλαια και εξαρτώνται από τη ζήτηση των παγκόσμιων τεχνολογικών κολοσσών; Ή μήπως η προοπτική της δημόσιας μείωσης του κινδύνου θα αποδειχθεί αρκετά ελκυστική ώστε να συσπειρώσει μια διαφορετική συμμαχία επενδυτών, φορέων λειτουργίας και πελατών;
Η προσέγγιση της Επιτροπής επιχειρεί να αξιοποιήσει τις δημόσιες προμήθειες με διπλό στόχο. Ο πρώτος είναι να δημιουργηθούν υποδομές που υπηρετούν την ευρωπαϊκή κυριαρχία και ο δεύτερος να στραφούν οι ιδιωτικές επενδύσεις προς την ίδια κατεύθυνση. Ταυτόχρονα όμως κινείται εντός των ορίων που η ίδια η ΕΕ έχει ήδη θέσει. Δεσμευόμενη σε πολύ μεγάλες εγκαταστάσεις προτού υπάρξει η αντίστοιχη ευρωπαϊκή ζήτηση, η Ένωση έχει ήδη κάνει μια στρατηγική επιλογή για το είδος του οικοσυστήματος ΤΝ που θέλει να καλλιεργήσει. Ίσως λοιπόν το ουσιαστικό ερώτημα να μην είναι αν η ΕΕ μπορεί να κάνει τα Gigafactories «κυρίαρχα». Το ερώτημα είναι μάλλον αν το μοντέλο τους είναι η τεχνολογική πορεία που η Ευρώπη πρέπει να στηρίξει με δημόσιους πόρους.
Με αφορμή τη φετινή ομιλία για την κατάσταση της Ένωσης, η Ευρώπη χρειάζεται ένα σαφέστερο σχέδιο για το μέλλον της στην ΤΝ. Σήμερα η Ευρώπη θεωρεί δεδομένη την τρέχουσα πορεία της τεχνολογίας και αναρωτιέται μόνο πώς θα ανταγωνιστεί μέσα σε αυτήν. Διαθέτει επίσης δημόσιους πόρους για να αμβλύνει τους κινδύνους ενός μοντέλου που χαράσσεται στη Σίλικον Βάλεϊ. Αντί γι’ αυτό, οφείλει να ορίσει η ίδια τι θέλει από την ΤΝ. Και αυτό δεν αφορά μόνο στρατηγικές και σχέδια δράσης, αλλά και τις τεχνολογικές και υποδομικές επιλογές στις οποίες αυτά θεμελιώνονται.
Πηγή άρθρου: https://openfuture.eu/
